18/4/15

28. ΠΑΝΩΤΟΚΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ, 1998



28. ΠΑΝΩΤΟΚΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ
      Στις τράπεζες έχει δοθεί το αυστηρά αποκλειστικό προνόμιο της διαμεσολάβησης στην διακίνηση αποταμιεύσεων και πιστώσεων (δανείων). Αυτό είναι ένα προνόμιο που σε ολιγοπωλιακές συνθήκες (10 τραπεζών leaders της αγοράς) δίνει την δυνατότητα στις τράπεζες να ορίζουν αυθαίρετα το επίπεδο των κερδών τους (που κατ’ αρχήν προκύπτει από την διαφορά επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων).
      Έναντι αυτού του αυστηρά αποκλειστικού προνομίου η νομοθεσία (η σχετική απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής) είναι αρκούντως χαλαρή, ώστε να μη μπορεί να πει κανείς ότι ήταν παράνομη ή σύννομη η επιβολή πανωτοκίων μέχρι σήμερα, δηλαδή ο μηνιαίος ανατοκισμός των τόκων των ληξιπροθέσμων δανείων. Γινόμαστε σαφείς στους αμύητους : δεν πρόκειται για τον εφ άπαξ τοκισμό, αλλά για κεφαλαιοποίηση των τόκων και ξανά τοκισμό των τόκων όσες φορές θέλει η κάθε τράπεζα Και εβδομαδιαίος και ημερήσιος να ήταν μέχρι σήμερα ο τοκισμός των τόκων πάλι ως σύννομος θα μπορούσε να εκληφθεί. Η απόφαση του Αρείου Πάγου απλώς ερμηνεύει (να γίνεται εξαμηνιαίος ο ανατοκισμός) και δεν ανατρέπει την σχετική απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής. Και στην ίδια κατεύθυνση το ΥΠΕΘΟ πρόκειται να καταθέσει σχέδιο νόμου (που είναι ήδη έτοιμο). 
      Αν λάβουμε υπ’ όψιν και τις εμπράγματες ασφάλειες που δεσμεύουν (χειροπόδαρα) τους δανειολήπτες, τότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι η τράπεζα δεν έχει καμιά ανάγκη να αναλάβει την οιανδήποτε ευθύνη για την καλή τύχη του δανείου. Δεν είναι δηλαδή η τράπεζα τίποτα άλλο από ό,τι θα μπορούσε να είναι ένας ιδιώτης τοκογλύφος. Παίρνει τα χρήματα των αποταμιεύσεων, τα δανείζει σε άλλους, κρατά τις εμπράγματες ασφάλειες, ανατοκίζει όποτε θέλει τους τόκους των ληξιπροθέσμων δανειοληπτών και ... ουαί τοις ηττημένοις!
      Η ειδοποιός διαφορά του τοκογλύφου από την τράπεζα είναι ότι η τράπεζα είναι ένας μεγάλος οργανισμός που λειτουργεί με διαφάνεια(...) και διαθέτει τις υπηρεσίες και την τεχνογνωσία όχι μόνο για να κρίνει τις λογικές πιθανότητες επιτυχίας ενός υπό δανειοδότηση επενδυτικού σχεδίου, αλλά και να συμβάλει ως τεχνικός σύμβουλος του δανειολήπτη σε όλες τις φάσεις της επένδυσης. Έτσι αποτρέπεται (κατά το μέτρον του δυνατού) η αποτυχημένη επένδυση και (κυρίως!) μοιράζεται η ευθύνη του δανείου ανάμεσα σε τράπεζα και δανειολήπτη (πράγμα που δεν μπορεί να το κάνει ένας τοκογλύφος και πράγμα που νομιμοποιεί τον ρόλο των τραπεζών στην συνείδηση του πολίτη).  
      Ως προς τον βαθμό ρίσκου ενός δανείου, εάν είναι λελογισμένος, ενσωματώνεται στα τελικά αποτελέσματα χρήσεως της κάθε τράπεζας ως ένα μικρό ποσοστό της συνολικής δραστηριότητας της. Κάθε άλλη εκδοχή εξομοιώνει την τράπεζα με ανεύθυνο τοκογλύφο.
      Αν ένας ιδιώτης νομιμοποιείται να σηκώνει τα χρήματά του ανά μήνα και να τα ξανατοποθετεί με σκοπό να επιτύχει τον ανατοκισμό των τόκων του, μια τράπεζα δεν μπορεί να συμπεριφέρεται ως άπελπις καταθέτης χρημάτων. Το τεκμήριο της συνυπευθυνότητας πρέπει να πρυτανεύσει και το υπό κατάθεση νομοσχέδιο να στραφεί σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Εάν δεν ισχύσει αυτό το τεκμήριο (και όπως φαίνεται δεν θα ισχύσει), τότε θα ισχύσει το τεκμήριο της ανευθυνότητας της τράπεζας στην σύναψη ενός δανείου.
      Η κυβέρνηση μετά από σειρά ετών κυβερνητικών και κομματικών παρεμβάσεων στο ποιος θα πάρει  δάνειο και ποίου θα παραγραφεί το χρέος θα πρέπει να καταστήσει τις τράπεζες υπεύθυνες για την τεχνική στήριξη ενός δανειοδοτούμενου σχεδίου σε όλα τα βήματα του σχεδίου μέχρι την τελική αποπληρωμή του δανείου. Διαφορετικά δεν νομιμοποιείται κοινωνικά και ηθικά ο ρόλος μιας τράπεζας.
      Και αν η κυβέρνηση είναι τολμηρή (που βεβαίως δεν είναι, όταν απέναντί της έχει ισχυρά οικονομικά συμφέροντα), θα πρέπει σε ορισμένες κατηγορίες δανείων να καταργήσει τελείως τις σχεδόν κεφαλικές εμπράγματες ασφάλειες. Πώς θα κάνει τα πρώτα του βήματα ένας νέος επιστήμονας με δεκατρία πτυχία στην τσέπη, όταν δεν διαθέτει ήδη έτοιμη περιουσία.
      Επίμετρον: Έναντι οιουδήποτε αντεπιχειρήματος του τύπου «και πώς θα αντέξουμε τόση ευθύνη, τόσα ρίσκα και χωρίς πανωτόκια εμείς οι καημένες οι τράπεζες;» αναφέρουμε τα εξής προκλητικά στοιχεία (εν καιρώ λιτότητος) : Κατά το πρώτο εννεάμηνο του 1997 και σύμφωνα με τα μέχρι τώρα αποτελέσματα η αύξηση των κερδών των τραπεζών σε σύγκριση με το αντίστοιχο εννεάμηνο του 1996 φθάνει και σε επίπεδα 150%.                                     
Αυγή 27/1/1998, Ενημέρωση 28/1/1998

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.