18/4/15

55. ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑ, 2000



55. ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ
      Το ζήτημα της ταυτότητας βρίσκεται - και θα βρίσκεται κατά τις προσεχείς δεκαετίες - στο επίκεντρο των μεγάλων συζητήσεων των κοινωνικών κινημάτων. Σε όλο τον κόσμο διεξάγεται σήμερα ένας ζωηρός και εξαιρετικά ενδιαφέρων διάλογος για τον κατακερματισμό ή τον πλουραλισμό των σύγχρονων κοινωνιών της παγκοσμιοποίησης και ένας εξ ίσου ζωηρός και ενδιαφέρων διάλογος για την ευρεία έννοια της ταυτότητας των συλλογικών υποκειμένων που συνθέτουν τις σύγχρονες κοινωνίες της παγκοσμιοποίησης.
      Διατρέχουμε την ιστορική φάση κατά την οποία τα κοινωνικά κινήματα παύουν να διεκδικούν πολιτικές μη διάκρισης και αρχίζουν να διεκδικούν μαχητικά την αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων και των αναγκών τους. Οι πολιτικές μη διάκρισης, όσο ριζοσπαστικές και αν ήταν κατά το παρελθόν, υπέκρυπταν μια βαθύτερη αποδοχή της υφιστάμενης κατανομής των πόρων και μια βαθύτερη αποδοχή των υφιστάμενων ανισοτήτων. Αντίθετα, οι πολιτικές αναγνώρισης, στον βαθμό που ικανοποιούνται πλήρως, επιβάλλουν ανακατανομή των πόρων και, άρα, ριζική αμφισβήτηση του υφιστάμενου status quo.
      Στις εξαιρετικά πολύπλοκες δομές των σύγχρονων κοινωνιών (με τα τοπικά, περιφερειακά, εθνικά και υπερεθνικά επίπεδα λήψης αποφάσεων, με τις διαστρωματώσεις, τις περιθωριοποιήσεις και τους αποκλεισμούς) θα ήταν αφελές να πούμε ότι το ζήτημα της ταυτότητας είναι ένα απλό ζήτημα. Σήμερα οφείλουμε να διερευνήσουμε τις δυνατότητες μιας πολυστρώματης σύλληψης της έννοιας του πολίτη, ως ενός συνόλου πολλών και διαφορετικών τύπων του ανήκειν. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει δαπανηρές υποδομές καθώς και ριζική αναθεώρηση των προτεραιοτήτων.
      Η Δυτική αποικιοκρατική σκέψη και πολιτική ανέπτυξε απλές σχέσεις στυγνής στρατιωτικής επιβολής καθώς και απλές σχέσεις «εκπολιτισμού των βαρβάρων». Η Δυτική μετα-αποικιοκρατική σκέψη και πολιτική ανέπτυξε, με την σειρά της, σύνθετες σχέσεις οικονομικού ελέγχου, βασιζόμενες σε μια φιλοσοφία ανοχής του πολιτισμικά διαφορετικού. Το κρίσιμο δίλημμα ετέθη όταν το πολιτισμικά διαφορετικό μετακινήθηκε και εγκαταστάθηκε στο εσωτερικό των Δυτικών κοινωνιών και διεκδίκησε την αναγνώρισή του.
      Τι είναι σήμερα ο μελαψός ή μαύρος μουσουλμάνος μετανάστης δεύτερης ή τρίτης γενιάς μέσα στην Δυτική προτεσταντική ή καθολική κοινωνία; Πόσο ισότιμος πολίτης είναι και, ακόμη περισσότερο, πόσο αναγνωρίζονται όλες οι πτυχές της ταυτότητας του; Αν στην προηγούμενη ιστορική φάση οι φυλετικά διαφορετικοί αγωνίζονταν για εξαφάνιση των αρνητικών διακρίσεων σε μία κοινωνία που θα ήταν φυλετικά ουδέτερη, σήμερα οι φυλετικά διαφορετικοί αγωνίζονται για μία κοινωνία που θα είναι τόσο μαύρη όσο και λευκή και τόσο μουσουλμανική όσο και χριστιανική. Αυτό κοστίζει και αυτό ανατρέπει ομογενοποιητικές διαδικασίες.
      Παράλληλα οι θεωρητικές επεξεργασίες του φεμινιστικού κινήματος των τελευταίων δεκαετιών κινούνται στην ίδια κατεύθυνση περάσματος από την «μη διάκριση» στην «αναγνώριση». Οι γυναίκες σήμερα αγωνίζονται διεκδικώντας το δικαίωμα τους να μετέχουν ως Γυναίκες στις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες. Και αγωνίζονται για να αναγνωρισθούν οι διαφορές τους ως συστατικό κομμάτι των σημερινών κοινωνιών. Αγωνίζονται για το δικαίωμα να είναι διαφορετικές και, συγχρόνως, για την νόμιμη αναγνώριση της διαφορετικότητας. Οι αγώνες των γυναικών για την επέκταση του δικαιώματος ψήφου ήταν αγώνες για μία, ως προς το φύλο, ουδέτερη κοινωνία. Οι σημερινοί αγώνες δεν θέλουν μία ουδέτερη, ως προς το φύλο, κοινωνία. Θέλουν μία κοινωνία τόσο γυναικεία όσο και ανδρική. Και αυτό κοστίζει και αυτό ανατρέπει ομογενοποιητικές διαδικασίες.
      Η πρόκληση της πολιτικής ή των πολιτικών ταυτότητας/ διαφοράς (identity/ difference politics) επεκτείνεται σε πρότυπα παραγωγικών και καταναλωτικών συμπεριφορών, που διατρέχουν την σύγχρονή μας καθημερινότητα και επηρεάζουν και διαμορφώνουν τις τεχνολογικές, τις οικολογικές και τις πολιτισμικές παραμέτρους της. Η πρόκληση, ως πρόκληση, δεν είναι εξ ορισμού ανατρεπτική των υφιστάμενων σχέσεων πολιτικής ισχύος. Δεν είναι, προφανώς, και επιβεβαιωτική των υφιστάμενων σχέσεων πολιτικής ισχύος. Το εκρηκτικό δίλημμα «κατακερματισμός ή πλουραλισμός» της τρέχουσας μεταμοντερνικότητας δείχνει τα αντιφατικά ενδεχόμενα (ως ενδεχόμενα, ως δυνατότητες και μόνο) των σημερινών πολιτικών ταυτότητας/ διαφοράς.
      Υπάρχει πάντοτε μια σχέση συμπόρευσης του αιτήματος της ελευθερίας και του αιτήματος της ισότητας. Το ένα δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς το άλλο. (Ο κανόνας είναι να προβάλλεται μόνο το ένα αίτημα, ξεκομμένο από το άλλο, και να οδηγείται ο κόσμος σε τραγικά αδιέξοδα.) Έτσι, μία ουσιαστική και σε βάθος αναγνώριση μιας ταυτότητας, ως ένδειξη ουσιαστικής ελευθερίας, δεν μπορεί παρά να θέτει εν αμφιβόλω ένα σύστημα άνισων σχέσεων ισχύος. Και άρα μια ουσιαστική αναγνώριση μιας ταυτότητας δεν μπορεί παρά να είναι ανατρεπτική των υφιστάμενων άνισων σχέσεων ισχύος. Και, κατά την ίδια λογική, μία επιφανειακή αναγνώριση μιας ταυτότητας, ικανοποιούσα στρατηγικούς σκοπούς διαίρεσης ή κατακερματισμού μιας αντίπαλης δύναμης, δεν μπορεί παρά να συνιστά πράξη επιβεβαιωτική των υφιστάμενων σχέσεων ισχύος.
      Το αν θα οδηγηθούμε στον πλουραλισμό ή τον κατακερματισμό δεν εξαρτάται από κάποιους περίεργους ιστορικούς νόμους, αλλά από την δική μας στάση και δράση. Εξαρτάται από το πόσο είμαστε πρόθυμοι να ανοίγουμε ζητήματα στο μεγαλύτερο δυνατό πλάτος και στο μεγαλύτερο δυνατό βάθος.
      Η παρούσα κρίση στις σχέσεις κράτους - εκκλησίας, με αφορμή το θέμα της αναγραφής ή μη αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, απεκάλυψε μία ποιότητα διαλόγου εξαιρετικά φτωχή σε επιχειρήματα και εξαιρετικά πλούσια σε μισαλλοδοξία. Η κάθε πλευρά οχυρωμένη πίσω από ατράνταχτες αλήθειες τράβηξε τον δικό της δρόμο. Η μία πλευρά διαχειριζόμενη τις ψυχές των ανθρώπων και τα θρησκευτικά σύμβολα ύβρισε και αφόρισε, η δε άλλη εξέπεμψε μηνύματα άρνησης διαλόγου και μιας ιδιότυπης ισοπεδωτικής και εν πολλοίς αφοριστικής κριτικής ως προς τον πολιτικό χαρακτήρα της εκκλησίας (λες και υπάρχει κάτι που να μην είναι πολιτικό υπό την ευρεία του έννοια).
      Η σύγχρονη αναστοχαστική (reflexive) και διαλογική (discursive) δημοκρατική πολιτική κουλτούρα στρέφεται κυρίως γύρω από το δικαίωμα να έχει κανείς δικαιώματα. Αυτό προϋποθέτει ένα συνεχή διάλογο/ εκφερόμενο λόγο (discourse) άνευ όρων και αφορισμών και προϋποθέτει και ένα διάλογο περί του διαλόγου: ένα αναστοχαστικό διάλογο (reflexive discourse), επίσης άνευ όρων και αφορισμών. Ο χρονικά περιορισμένος διάλογος (discussion ή conversation), που πρέπει να είναι χρονικά ορισμένος για τις ανάγκες μιας αποτελεσματικής διακυβέρνησης, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τον αναγκαίο συνεχή, ανοιχτό, άνευ όρων και αφορισμών διάλογο (discourse). Ο ένας μπορεί να πραγματοποιείται παράλληλα με τον άλλο και, όταν ο πρώτος ολοκληρώνεται θεσμικά, ο δεύτερος μπορεί και πρέπει να συνεχίζεται μέσα και έξω από τους θεσμούς, σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους, παντού.
Αυγή 18/8/2000
Ενημέρωση 20/8/2000

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.