18/4/15

61. ΤΟ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΟ ΚΙΝΗΜΑ, 2002



61. ΤΟ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ
      «Εθνικόν το αληθές», κηρύσσει ο Διονύσιος Σολωμός από τούτη δω τη γη και θέτει προ ημών την μεγάλη πρόκληση της επίπονης αλήθειας. Η ιστορία των Επτανήσων, κατά την πορεία τους προς την εθνική ολοκλήρωση, υπήρξε, όπως και κάθε άλλη ευρωπαϊκή ιστορία εθνικής ολοκλήρωσης, γεμάτη με αντιφατικά επεισόδια. Ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας των εθνών. Τα ευρωπαϊκά έθνη, εμβαπτισμένα στα νάματα των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, αγωνίζονται να αποτινάξουν τα δεσμά δεσποτικών μοναρχιών και αυτοκρατοριών. Διεκδικούν ανεξαρτησία, δημοκρατία, σύνταγμα και κοινωνικό συμβόλαιο δικαιοσύνης. Πόσο, όμως, μπορούν να συμφωνήσουν όλοι σε ένα κοινό πολιτικό πρόγραμμα; Ο ρομαντισμός, το μεγάλο αυτό πνευματικό κίνημα, που ήρθε άλλοτε να αμφισβητήσει άλλοτε να συμπληρώσει τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό του 18ου αιώνα, περιέβαλε τα εθνικά επαναστατικά κινήματα με ένα φωτοστέφανο αγιότητας. Στην πραγματικότητα, όμως, επέτρεπε στον καθένα την δική του, εν πολλοίς αυθαίρετη, προσέγγιση.
      Ο Mazzini (ο Ματσίνης – όπως τον έλεγαν στην Ελλάδα, κατά την τότε συνήθεια εξελληνισμού των ονομάτων), άλλος Ρήγας Φεραίος, θεωρητικός της ‘αρχής των εθνικοτήτων’, αλλά και διαρκής πηγή ενημέρωσης της Ευρώπης για τους αγώνες των Επτανησίων, κήρυττε το δικαίωμα των εθνών να υπάρχουν ελεύθερα κι αδελφωμένα.[1] Το έθνος, κατά το θεωρητικό αυτό οικοδόμημα, αποτελούσε μια ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Κάθε έθνος, έχοντας συνείδηση του θεϊκού σχεδίου, του οποίου πρώτη βαθμίδα είναι η ελευθερία και η ανεξαρτησία, έπρεπε να αγωνίζεται για την ελευθερία του. Δεσποτικές μοναρχίες και αυτοκρατορίες παραβίαζαν την φυσική (ή θεϊκή) τάξη των πραγμάτων και έπρεπε να ανατραπούν.
      Δίπλα, όμως, σ’ ένα τέτοιο ιδεαλισμό ελλόχευε η κυνική πραγματικότητα των διαφορετικών συμφερόντων και απόψεων, έτοιμη να θέσει τα δικά της αμείλικτα ερωτήματα. Ως πού επιτρεπόταν να αμφισβητήσει κανείς το παλαιό καθεστώς; Και ως πού μπορούσε να δώσει κανείς ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο στο εγχείρημα της εθνικής ολοκλήρωσης; Οι ανταγωνισμοί ισχύος των Μεγάλων Δυνάμεων και του ανερχόμενου καπιταλιστικού συστήματος έθεταν το ασφυκτικό όριο ανοχής των ισχυρών έναντι των επαναστατικών δημοκρατικών και εθνικών κινημάτων. Η Ιερά Συμμαχία μπορεί να έχανε σε σφρίγος. Η κάθε μια, όμως, Μεγάλη Δύναμη αύξανε την ικανότητά της, διπλωματική και στρατιωτική, να παρεμβαίνει στα διάφορα σημεία της Γης. Έπρεπε να υπάρξει ένας συμβιβασμός. Η δημοκρατία μπορούσε να σημαίνει πολλά και επικίνδυνα πράγματα, κατά την γνώμη και τα συμφέροντα κάποιων. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της τότε θαλασσοκράτειρας Μεγάλης Βρετανίας, που από την μια πλευρά εμφανιζόταν να υποστηρίζει τα εθνικά και δημοκρατικά κινήματα της Ευρώπης, στρεφόμενη κατά της Ρωσικής και της Αυστριακής αυτοκρατορίας, ενώ από την άλλη πλευρά αξίωνε την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έτρεμε η Μεγάλη Βρετανία στην ιδέα μήπως η παραπαίουσα Οθωμανική αυτοκρατορία καταληφθεί από την εξόχως επεκτατική Ρωσική αυτοκρατορία.
      Συγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων εκδηλώνονταν με επίσημες διπλωματικές κινήσεις και με πολέμους. Αλλά συγκρουόμενα συμφέροντα υπήρχαν και μεταξύ των μικρών και αδυνάτων. Η εθνική ανομοιογένεια της Βαλκανικής, π.χ., προμήνυε βίαιες αντιπαραθέσεις μεταξύ των αδυνάτων. Ο καθένας έβλεπε το μικρό ή μεγάλο του συμφέρον από διαφορετική οπτική γωνία. Και, βέβαια - δεν πρέπει να λησμονούμε - υπήρχε ταυτόχρονα, παντού, και η μεγάλη ταξική σύγκρουση, που διαπερνούσε τις κοινωνίες όλο και πιο έντονα την εποχή αυτή.
      Σε μια περίοδο συνεχών εξεγέρσεων και επαναστάσεων, με κορυφαίους σταθμούς το 1789, το 1821, το 1830 και το 1848, οι στρατηγικές, οι συμμαχίες, τα μέτωπα και οι στόχοι άλλαζαν με ταχύτατους ρυθμούς. Η περίοδος, από την Γαλλική Επανάσταση, 1789, μέχρι τις μεγάλες (αν και εν τέλει ηττηθείσες) εξεγέρσεις της Ευρώπης του 1848, χαρακτηρίσθηκε από τους ιστορικούς των ημερών μας ως η ‘εποχή των επαναστάσεων’. Μεγάλοι και μικροί αντίπαλοι έπαιρναν από αυτή την ‘εποχή των επαναστάσεων’ τα διδάγματά τους για την επόμενη εποχή. Μετά το 1848, η αντιφατικότητα θα μεγεθυνόταν έτι περισσότερο.[2]
      Τα Επτάνησα έτυχε να βρίσκονται κοντά στην, από την αρχή του 19ου αιώνα, αναστατωμένη Ιταλία, που τότε ήταν διαιρεμένη σε βασίλεια και ηγεμονίες. Το μυστικό και επαναστατικό κίνημα των Καρμπονάρων, στην αρχή, και, μετά, οι αγώνες για την ιταλική ενοποίηση, το Risorgimento (την ιταλική Παλιγγενεσία), τροφοδοτούσαν διαρκώς τα Ιόνια Νησιά με ιταλούς εξορίστους αγωνιστές. Σε μια χώρα, τα Επτάνησα, που μιλιόταν η ιταλική, οι εξόριστοι διέδιδαν τις ιδέες τους. Φρόντιζαν, πάντως, να μην ενοχλούν τους Άγγλους, τους οποίους θεωρούσαν ως συμμάχους τους.
      Όμως, και από πολύ πρωτύτερα, από την περίοδο της Ενετοκρατίας, οι Επτανήσιοι, ευγενείς και πλούσιοι αστοί, είχαν το προνόμιο να ταξιδεύουν και να σπουδάζουν στα μεγάλα πανεπιστήμια της Ευρώπης – με προτίμηση σ’ αυτό της Πάδοβας – και να μαθαίνουν τα όσα συνέβαιναν στην πιο προηγμένη Εσπερία. (Σε αντίθεση, βεβαίως, με τον καταδικασμένο σε αμάθεια απλό λαό, εφ’ όσον επί ενετοκρατίας δεν υπήρξε καμία πρόνοια δημόσιας εκπαίδευσης στα Επτάνησα). Όταν οι Επτανήσιοι καλοδέχθηκαν τους Γάλλους, το 1797, δεν τους καλοδέχθηκαν ως κατακτητές, αλλά ως κομίζοντες νέες ιδέες. Οι Γάλλοι, όπως ξέρουμε, λειτούργησαν ως κατακτητές, και, μετά από δυο χρόνια, εξεδιώχθησαν – με την βοήθεια μιας ευκαιριακής συμμαχίας συμφέροντος Ρωσίας, Τουρκίας και Επτανησίων. Όμως, το δέντρο της ελευθερίας, πραγματικό και συμβολικό, είχε προλάβει να φυτευτεί και να πιάσει ρίζες σε κάθε νησί των Επτανήσων. Η καθιέρωση της δημόσιας εκπαίδευσης από τους δημοκρατικούς Γάλλους εγκαινίαζε μια πορεία πνευματικής ανόδου χωρίς επιστροφή. Κι όσο κι αν οι ντόπιοι ευγενείς επεχείρησαν, μετά την εκδίωξη των δημοκρατικών Γάλλων, να ξεριζώσουν το δέντρο αυτό, δεν τα κατάφεραν.
      Ο ερχομός του δημοκρατικού γαλλικού στρατού σήμαινε και τον τερματισμό ενός μακρόχρονου συστήματος δουλείας και δουλοπαροικίας. Ο απλός χωρικός, το πόπολο, η φτωχολογιά (το ‘σκυλολόι’, όπως λεγόταν από το αρχοντολόι), άκουγε για πρώτη φορά ότι ήταν φορέας δικαιωμάτων. Νέες λέξεις, νέοι όροι πολιτικοί έκαναν την εμφάνισή τους. Ο αυτοκρατορικός γαλλικός στρατός, που θα ερχόταν το 1807 να καταλύσει την Επτάνησο Πολιτεία, που στο μεταξύ είχε δημιουργηθεί, δεν θα μπορούσε να καταλύσει και τις ιδέες του 1797 – όπως η 18η Μπρυμέρ του Ναπολέοντος Βοναπάρτη δεν ήταν δυνατόν να σβήσει από τον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης τα σύμβολα και τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης.
      Η Επτάνησος Πολιτεία, το πρώτο εθνικό ελληνικό κράτος, αν και τελούσε υπό την υψηλή κυριαρχία του τούρκου σουλτάνου, πρόλαβε, μεταξύ 1800 και 1807, να αναπτύξει, μέχρι την έλευση των αυτοκρατορικών Γάλλων, μια κουλτούρα σχετικής εθνικής αυτονομίας, με την ψήφιση διαδοχικών συνταγμάτων. Έδωσε, χάρη και στις άοκνες προσπάθειες του μετέπειτα πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, μεγίστη σημασία στην δημόσια παιδεία. Και αξίζει να πούμε ότι ο αντιγαλλικά αισθήματα τρέφων Καποδίστριας, αναγνώριζε πάντα την τομή που οι Γάλλοι επέφεραν στα τοπικά εκπαιδευτικά πράγματα.
      Οι Άγγλοι θα έρχονταν, λίγο αργότερα, ως ελευθερωτές να διώξουν τους αυτοκρατορικούς Γάλλους. Το 1814 συμπλήρωναν την σταδιακή ‘απελευθέρωση’ που, όπως σύντομα αποδείχθηκε, ήταν ουσιαστική κατάληψη και κατοχή των Επτανήσων. Και θα έμεναν μέχρι την 21η Μαϊου του 1864. Η περίοδος της αγγλοκρατίας υπήρξε μια δύσκολη περίοδος δοκιμασίας για τους Επτανησίους. Η Αγγλία βρισκόταν, σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, στο υψηλότερο σημείο της γεωπολιτικής ισχύος. Και οι δέκα άγγλοι αρμοστές θα κυβερνούσαν δεσποτικά – είτε ως μαύρη είτε, στην καλύτερη περίπτωση, ως πεφωτισμένη δεσποτεία. Από την άλλη πλευρά, οι διεθνείς συσχετισμοί θα περιέπλεκαν τα πράγματα. Η Αγγλία, στην οποία προσέβλεπαν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες του ’21, εδίωκε στα Επτάνησα κάθε φωνή και πράξη συμπαράστασης στους αγωνιζόμενους αδελφούς. Και δεν ήταν μόνον τα ελληνικά πράγματα. Ήταν και τα ιταλικά, που τόσο γειτνίαζαν.
      Στην Κέρκυρα, π.χ., έζησε ως εξόριστος, κατά την δεκαετία του 1850, ο σπουδαίος ιταλοδαλματός λόγιος Niccolo Tommazeo, φιλέλλην και μεταφραστής των κλασικών ελληνικών κειμένων στην ιταλική γλώσσα. Ο Tommazeo, αγωνιστής της ιταλικής Παλιγγενεσίας (του Risorgimento) και διωχθείς από την χώρα του για τους εθνικούς και δημοκρατικούς του αγώνες, ανέπτυσσε δράση στην Κέρκυρα υπέρ της αγγλικής προστασίας. Πίστευε ότι η Αγγλία ήταν ο μακροπρόθεσμος σύμμαχος των ευρωπαϊκών εθνικών κινημάτων. Και φυσικώ τω λόγω έγινε το κόκκινο πανί για τους αγωνιζόμενους για την εθνική ολοκλήρωση Κερκυραίους. Ο Tommazeo, ο φίλος των επτανησίων λογίων της εποχής, θα εξοριζόταν για δεύτερη φορά: αυτή την φορά από την Κέρκυρα των Ριζοσπαστών. Δεν μπορεί κανείς να βγάλει εύκολα ηθικά και πολιτικά συμπεράσματα αν δεν δει το όλο πλέγμα προσδοκιών και συμφερόντων.     
      Το πεντηκονταετές καθεστώς της αγγλικής προστασίας – που έληξε το 1864 – ήταν νομικώς αυθαίρετο. Η Συνθήκη των Παρισίων του 1815 προέβλεπε προστασία ενός ‘ελευθέρου και ανεξαρτήτου κράτους’: των Ηνωμένων Πολιτειών των Ιονίων Νήσων. Τούτο ουδόλως ετηρήθη από την Μεγάλη Βρετανία, που έβλεπε τα Ιόνια Νησιά ως μια ακόμη κτήση στην υπερπόντια αυτοκρατορία της. Η προστασία εξετράπη αμέσως και επισήμως, δια του αντιδραστικότατου συντάγματος του Maitland του 1817, σε ανοικτή και όλως βίαιη επικυριαρχία. Οι δεκάδες απαγχονισμοί και οι εκατοντάδες μαστιγώσεις εκ μέρους του αρμοστή Ward (Ουάρδου, όπως τον έλεγαν οι Επτανήσιοι) και του στρατού του, καθ’ άπασαν την έκταση της Κεφαλλονιάς, το 1849, μετά την Στάση της Σκάλας, έγιναν κατασταλτικώ δικαίω ενός εντελώς αυθαιρέτου καθεστώτος, ουδαμού της γης λογοδοτούντος. «Φρικιούμε με τα τρομερά μέτρα αντιποίνων που επέβαλαν τα στρατοδικεία με βάση τις οδηγίες του λόρδου υπάτου αρμοστή... θάνατος, εξορία, σωματικές ποινές...», έγραφε η βρετανική Morning Chronicle στις 25 Απριλίου 1850. Και σε ένα άλλο άρθρο της εποχής έγραφε ο Κάρολος Μαρξ, ως δημοσιογράφος: «Όσο για την ανάπτυξη του υλικού πλούτου, η Αγγλία, η Αγγλία του ελευθέρου εμπορίου, δεν αισχύνεται να βασανίζει τους Ιονίους με εξαγωγικούς φόρους, ένα βάρβαρο μέσο, που φαίνεται να έχει πια θέση μόνο στον οικονομικό κώδικα της Τουρκίας. Η κορινθιακή σταφίδα, π.χ., επιβαρύνεται με φόρο εξαγωγής 22,5%. Οι ενδιάμεσες θάλασσες φράσσονται σε κάθε λιμάνι με διαμετακομιστικούς φόρους, που επιβαρύνουν τα διάφορα εμπορεύματα που ανταλλάσσονται ανάμεσα στα ίδια τα Ιόνια Νησιά.» (New York Daily Tribune, 6 Ιανουαρίου 1858). 
      Υπήρξαν, έναντι της σκληρής αυτής, αποικιοκρατικού τύπου, βρετανικής προστασίας ηρωικοί αγώνες εκ μέρους πολλών Επτανησίων. Τιμή και δόξα ανήκουν, νομίζω, στο κόμμα των Ριζοσπαστών. Αλλά υπήρξε και κάμποση υποτελής συμπεριφορά και εκθυμος συνεργασία εκ μέρους του κόμματος των Προστασιανών (ή Καταχθονίων – όπως τους έλεγαν), ευγενών δηλαδή και άλλων που εξαρτούσαν τα ενδιαφέροντα και συμφέροντά τους από την αγγλική παρουσία. Και υπήρξε, ακόμη, και η μετριοπάθεια και ο σοβαρός σκεπτικισμός του κόμματος των Μεταρρυθμιστών, του κόμματος που πρόβαλλε την ανάγκη μεταρρύθμισης του συντάγματος του 1817, που τόνιζε την ανάγκη ανόδου του μορφωτικού επιπέδου των Επτανησίων και που μετέθετε την Ένωση στο απώτερο μέλλον. Υπήρξαν οι ανένδοτοι αγώνες των Αληθών Ριζοσπαστών, του υπό τους κεφαλλήνες Ηλία Ζερβό-Ιακωβάτο και Ιωσήφ Μομφεράτο τμήματος του κόμματος των Ριζοσπαστών, που έμεινε πιστό στις δημοκρατικές και κοινωνικές αρχές του ριζοσπαστισμού μέχρι τέλους: ένωση, ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη. Και υπήρξαν και οι αγώνες και ο ρεαλισμός και οι συμβιβασμοί των υπό τον ζακυνθινό Κωνσταντίνο Λομβάρδο Ενωτικών Ριζοσπαστών, που μετά το 1858 έθεταν το ζήτημα της Ένωσης άνευ άλλου όρου και κοινωνικού περιεχομένου. Περιττό να πούμε ότι μετά την Ένωση, Μεταρρυθμιστές και Προστασιανοί εμφανίσθηκαν, σχεδόν όλοι, ως Ριζοσπάστες – όπως συνήθως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι σοβαρότεροι Μεταρρυθμιστές προσχώρησαν στο κόμμα των Αληθών Ριζοσπαστών και οι Προστασιανοί και οι ελάσσονες Μεταρρυθμιστές στο κόμμα των Ενωτικών Ριζοσπαστών (που έγιναν έτσι απλώς Ενωτικοί). Είναι η κρίσιμη περίοδος, 1859-1862, που όλα σχεδόν τα επαναστατικά κινήματα στην Ευρώπη διχάζονται γύρω από το δίλημμα της εθνικής-ολοκλήρωσης-με- κοινωνικό-περιεχόμενο ή της εθνικής-ολοκλήρωσης-άνευ-κοινωνικού-περιεχομένου.
      Στα Επτάνησα, προφανώς, δεν έγινε κατά τις δεκαετίες αυτές καμιά ξεχωριστή κοσμογονία. Η ευρωπαϊκή, όμως, κοσμογονία, που σίγουρα έγινε αυτή την εποχή, αποτυπώθηκε με αδρές γραμμές και στα Επτάνησα. Εδώ, καταγράφηκαν σε σμικρογραφία όλα όσα συνέβαιναν εκείνο τον καιρό σε όλη της έκταση της Ευρώπης. Σ’ αυτή δε την κρίσιμη περίοδο εντοπίζεται και η απαρχή μιας πολιτικής που σιγά-σιγά θα διαχωρίσει το εθνικό ζήτημα από το κοινωνικό ζήτημα (πολιτικής με μακροπρόθεσμες συνέπειες). Η ιστορία των Επτανήσων είναι αποκαλυπτική του ευρύτερου ευρωπαϊκού γίγνεσθαι. Ιδέες, ρεύματα, συμπεριφορές, λεπτές διαφοροποιήσεις είναι, όλα, κοινά.  
      Κατά τους Αληθείς Ριζοσπάστες, η Ένωση αποτελούσε ‘απαράγραπτο και φυσικό δικαίωμα’. Οι Αληθείς Ριζοσπάστες καταδίκαζαν κάθε έκκληση ή ‘ικετήρια αναφορά’ προς τους ευρωπαίους ηγεμόνες, που εχαρακτηρίζοντο συλλήβδην ‘τύραννοι και καταπιεστές των λαών’. Πίστευαν ότι μια συνέλευση των Ιονίων Νήσων, εκλεγμένη με καθολική ψηφοφορία, θα μπορούσε de facto να καταργήσει το σύνταγμα του 1817 και να ανακηρύξει την ένωση με την Ελλάδα. Οι Ενωτικοί Ριζοσπάστες, από την άλλη πλευρά, επεδίωκαν την συνηγορία των μετριοπαθών και συντηρητικών δυνάμεων της Ευρώπης. Κατηγορούσαν δε τους Αληθείς Ριζοσπάστες ως ταυτιζόμενους με τον ‘δημοκρατικό κομμουνισμό’! (Από τότε ο κομμουνισμός ‘επλανάτο ως φάντασμα’, για να θυμίσουμε μια καρόλειο ρήση). Η διάσπαση αυτή του εθνικού κινήματος στα δύο, ή και σε περισσότερα κομμάτια, επαναλήφθηκε πολλές φορές στην Ευρώπη, την περίοδο αυτή. (Ήταν, όπως είπαμε, τα διδάγματα του 1848). 
      Το σημαντικότατο γεγονός της συνειδητής απουσίας του προέδρου και του αντιπροέδρου της 12ης Ιονίου Βουλής από το σώμα της, τελευταίας, 13ης Ιονίου Βουλής είναι ενδεικτικό των σκέψεων και των αντιρρήσεων που οι διαπρεπέστεροι, ανιδιοτελέστεροι και πλέον διωχθέντες (και εξορισθέντες) επτανήσιοι αγωνιστές της Ένωσης είχαν για τον τρόπο της Ένωσης. Πρόεδρος στην 12η Βουλή ο Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, αντιπρόεδρος ο Ιωσήφ Μομφεράτος, Αληθείς Ριζοσπάστες και οι δύο, αγνοί αγωνιστές, αγνοί πατριώτες και οι δύο, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις κυρωτικές εργασίες της 13ης Βουλής. Τι είχε συμβεί;
      Γράφει ο Αληθής Ριζοσπάστης Παναγιώτης Πανάς στην Βιογραφία του Ιωσήφ Μομφεράτου, το 1888 (ένα μικρό βιβλίο, μνημείο γλώσσας, γραμματικής και συντακτικής έκφρασης αλλά και μνημείο θουκυδίδειας συμπύκνωσης πολιτικών νοημάτων και, άρα, χρήζον της ανάγκης μιας τιμητικής εκδόσεως, δαπάναις Δήμου ή Νομαρχίας Κερκύρας): «Επελθούσης της εν Ελλάδι μεταπολιτεύσεως (το 1862), ο Μομφεράτος επεκρότησεν εκθύμως την του Όθωνος έξωσιν, αλλά κατεπολέμησε πάσαν νέαν βασιλικήν υποψηφιότητα, φρονών ότι ουδεμία υπήρχεν ανάγκη ηγεμόνος, όπως το έθνος αναπτυχθή και ευημερήση, και ότι το στοιχείον της βασιλείας ήτο ολέθριον δια την Ελλάδα... Η αγγλική κυβέρνησις, το μεν όπως εξέλθη της δυσκόλου εν Επτανήσω θέσεώς της, το δε όπως εδραιώσει την εν Ελλάδι επιρροήν της, ήτις τότε ήτο εις το κατακόρυφον αυτής σημείον, απεφάσισε να παραχωρήση τας υπ’ αυτής, δικαιώματι του ισχυρού, κατεχομένας νήσους, αλλ’ υπό τον όρον της εκλογής αρεστού αυτή ηγεμόνος και αποχής από πάσης προς απελευθέρωσιν των δούλων ημών αδελφών ενεργείας. Έμπορος, δεν ηδύνατο να λησμονήσει την πολιτικήν του συμφέροντος. Παρεχώρει την Επτάνησον, όπως κατακτήσει ηθικώς την Ελλάδα. Επίστευεν, ίσως, ότι ούτω πράττουσα θα κατώρθου να μεταφέρη τον αρμοστήν της από Κερκύρας εις Αθήνας, θέτουσα επί κεφαλής αυτού βασιλικόν στέμμα. Υπό τοιούτους όρους τελουμένη, η ένωσις είχεν απολέσει δια τους εν Κεφαλληνία ριζοσπαστικούς πάν θέλγητρον, και ο Ιωσήφ Μομφεράτος, ο από της πρώτης αυτού εμφανίσεως εν τω πολιτικώ σταδίω καταπολεμήσας και ηγεμόνας και συνθηκολογίας και ελέη, ο ακάματος των αρχών της Γαλλικής Επαναστάσεως απόστολος, δεν ηδύνατο, χωρίς να προδώσει την πολιτικήν του πίστιν, να συμμετάσχη των τοιούτων ενεργειών και να εργασθή υπό σημαίαν ην ανέκαθεν κατεπολέμησεν. Ό,τι απήτει ως δικαίωμα, δεν ηδύνατο να δεχθή ως ελεημοσύνη, και μάλιστα ως αμοιβήν συγκαταθέσεως, ατιμαζούσης κατ’ αυτόν την πατρίδα του. Εφ’ ω και δεν συμμετέσχεν, επίσης και ο Ζερβός, της ΙΓ Βουλής, της ψηφισάσης την υπό του αρμοστού υποβληθείσαν ένωσιν. Βεβαίως, εν τη καθ’ ημάς εποχή, καθ’ ην η ρευστότης των χαρακτήρων ανακηρύσσεται ως πολιτικόν προτέρημα και η παλιμβουλία ως το άριστον των προς προαγωγήν εφοδίων, είναι αδύνατον να εκτιμηθή δεόντως ο αδαμάντινος χαρακτήρ του Μομφεράτου. Συνειθήσασα η νυν γενεά εις πολιτικήν αλλοπρόσαλλον, παρωδίαν οππορτουνισμού, είναι δύσκολον να εννοήση πώς ευρέθη τις, ίνα λακτίση περίστασιν εξασφαλίζουσα αυτώ την εις τα ανώτατα υπουργήματα άνοδον, ήτις είναι ο διακαής πόθος των πλείστων Ελλήνων.»
      Ο Μομφεράτος έγραφε στην εφημερίδα του Αναγέννησι στις 25 Απριλίου 1859: «Τας υπό του Ματσίνη κηρυττομένας ιδέας οι καθαροί ριζοσπάσται, και οι Επτανήσιοι εν γένει, συμμερίζονται. Το περί εθνικής αποκαταστάσεως ζήτημα ουδέποτε διέστειλαν από το γενικόν ζήτημα των εθνικοτήτων». Ο Μομφεράτος, όμως, – αυτός που κατάφερνε να εκλεγεί ακόμη και υπό συνθήκες διώξεων και εξοριών –  στις πρώτες εκλογές μετά την Ένωση δεν κατάφερε να εκλεγεί. Το σοκ για τους κεφαλλονίτες αγωνιστές της Ένωσης ήταν μεγάλο. Και όταν στις δεύτερες μετά την Ένωση εκλογές, στις εκλογές του 1868, εξελέγη, η απογοήτευση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Μαζί του, στην Κεφαλλονιά, είχε εκλεγεί και ο Δημήτριος Καρούσος, ο απηνέστατος διώκτης του ριζοσπαστισμού και του ιδίου προσωπικώς, όργανο της αγγλικής προστασίας, ο και προγραφές οργανώσας κατά το 1851. «Η Ελλάς, αντί ελευθερίας, μετέδωκεν εις την ενθουσιωδώς εις τας αγκάλας της ριφθείσαν Επτάνησον το μόλυσμα της πολιτικής φαυλότητος», έγραφε τότε ο Παναγιώτης Πανάς.
      Το κόμμα των Ριζοσπαστών υπήρξε, πράγματι, το πρώτο κόμμα αρχών της ελληνικής πολιτικής ζωής. Και τούτο τιμούμε, επίσης, την 21η Μαΐου. Ποια ήταν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα και τα ελληνικά πολιτικά ήθη μέχρι την εμφάνιση των Ριζοσπαστών; Ρωσικό κόμμα, Γαλλικό κόμμα, Αγγλικό κόμμα. Οι Έλληνες, που με την Επανάσταση του ’21 αποτέλεσαν το μεγάλο ευρωπαϊκό παράδειγμα αγώνα για ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία, θεωρούσαν, υπό τις μετεπαναστατικές συνθήκες, τον ξένο παράγοντα ως όρο απαραίτητο για την εθνική τους ολοκλήρωση. Κάτι που εξόργιζε τους επτανησίους Ριζοσπάστες. Κατά την δεκαετία του 1840, οι προσδοκίες, που στην Ελλάδα γέννησε το υπέρ του συντάγματος κίνημα της 3η Σεπτεμβρίου του 1843, προσέκρουσαν στην ακολουθήσασα φαύλη περίοδο Κωλέττη και Γαλλικού κόμματος, περίοδο πλήρους στρέβλωσης κάθε στοιχειώδους έννοιας δημοκρατίας και ελεύθερης πολιτικής σκέψης. Η επόμενη δεκαετία, η δεκαετία του 1850, ήταν η δεκαετία που σφραγίσθηκε από την αγγλογαλλική κατοχή της χώρας, υπό τον φόβο των Άγγλο-γάλλων μήπως η Ελλάδα ταχθεί υπέρ Ρωσίας και κατά Τουρκίας, κατά την διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου. Ο Όθων έχανε και την τελευταία αξιοπιστία. Οι Ριζοσπάστες, παρά τις μετά το 1858 διαφορές τους, θα έφερναν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, μετά την Ένωση, ένα νέο πολιτικό πνεύμα. Η εξαντλητική αντιπαράθεση επιχειρημάτων μεταξύ Ριζοσπαστών και Μεταρρυθμιστών και, αργότερα, μεταξύ Αληθών και Ενωτικών Ριζοσπαστών στο πλαίσιο των συνεδριάσεων της Ιονίου Βουλής, αλλά και στο πλαίσιο της πλούσιας αρθρογραφίας στον ανθούντα τότε επτανησιακό τύπο, διαμόρφωσε μια παρακαταθήκη ιδεών που θα μετακενωνόταν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.
      Αν κανείς θελήσει να αναζητήσει την κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα – θέμα αγαπημένο των ημερών μας – δεν μπορεί παρά να την αναζητήσει στην κοινή πορεία των χωρών της Ευρώπης, στους κοινούς ιστορικούς της σταθμούς. Υπάρχουν σημαδιακά χρονικά ορόσημα, κοινά για όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες. (Το πηγαίο πανευρωπαϊκό κίνημα φιλελληνισμού, κατά την διάρκεια της Επανάστασης του ’21, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά εκδήλωση αυτής της κοινής ευρωπαϊκής μοίρας.) Υπόγεια ρεύματα, ως εάν υπήρχαν τότε τα τηλέφωνα και το ηλεκτρονικό Διαδίκτυο, μετέφεραν τις ιδέες, τις ανησυχίες, τις αγωνίες από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα. Παλιρροϊκά κύματα κατελάμβαναν τις ευαίσθητες κεραίες και ψυχές της Ευρώπης, που αποφάσιζαν τότε να φτιάξουν ένα καινούριο κόσμο, που δεν θα τον διαφέντευαν δούκες, βασιλείς και αυτοκράτορες, αλλά τα έθνη και οι λαοί.
      Αν θέλει κάποιος να γνωρίσει την ευρωπαϊκή ιστορία του 19ου αιώνα, ας μελετήσει την ιστορία των Επτανήσων. Η τοπική ιστορία (που κατά τα άλλα προβλέπεται και ως μάθημα στα σχολεία) δεν είναι μια φολκλορική γραφικότητα. Και η γενική ιστορία, από την άλλη μεριά, δεν είναι κάτι απόμακρο και αφηρημένο που μας αφήνει παγερά αδιάφορους. Τοπική και γενική ιστορία συνδέονται κατά τρόπο άρρηκτο. Η μια εξηγεί την άλλη. Και η μια χωρίς την άλλη μένει ανεξήγητο και αδιάφορο φαινόμενο.
      Ο τόπος, ο κάθε τόπος, είναι γεμάτος μνήμες. Περνάμε κάθε μέρα έξω από την Ιόνιο Βουλή, την Ιόνιο Ακαδημία, διασχίζουμε τους δρόμους που διέσχισαν, αμίλητοι μεταξύ τους, Σολωμός και Κάλβος. Ακόμη προσπερνούμε καθημερινά, με την ιλιγγιώδη ταχύτητα του τετράτροχου ή δίτροχού μας, τα μνημεία φρίκης του αρμοστή Maitland, του αρμοστή Douglas και του αρμοστή Ward (τα δύο τελευταία εξόχως ακαλαίσθητα). Και τα σχολεία δεν μας μιλούν για μνήμες. Μόνο μας μιλούν για κάποια γενική ιστορία που συνέβη σ’ ένα χώρο χωρίς τόπο. Η ακαδημαϊκή ιστορία διακρίνει, πολλές φορές με σχεδόν μεταφυσικό τρόπο, την γενική από την τοπική ιστορία, ως εάν η γενική ιστορία είναι μια ιστορία που συνέβη κάπου αλλού, ‘εκεί έξω’, ή ως εάν η γενική ιστορία ποτέ και πουθενά δεν συνέβη και ως εάν, από την άλλη μεριά, η τοπική ιστορία αποτελεί άθροισμα εξωτισμών.
      Είναι αδύνατον να αποφανθούμε οριστικώς και δια παντός επί του ποιος, σε όλη αυτή την προηγηθείσα διήγηση, είχε δίκιο. Η αγωνιστικότητα και η αγνότητα των Αληθών Ριζοσπαστών, που αρνηθέντες αξιώματα πέθαναν κάποτε εν απολύτω αξιοπρεπεία και σιωπή (και ένιοι εξ αυτών, όπως ο Μομφεράτος, εν απολύτω πενία); η αγωνιστικότητα και ο πραγματισμός των Ενωτικών Ριζοσπαστών, που άρπαξαν την ευκαιρία της Ένωσης και οδήγησαν τα Επτάνησα στην μεγάλη πατρίδα; ο σοβαρός σκεπτικισμός των Μεταρρυθμιστών, με την πνευματική παρακαταθήκη ενός Βράϊλα-Αρμένη, ενός Κάλβου και πολλών άλλων φωτισμένων μυαλών που πάσχιζαν για την ευρύτερη παιδεία; η με αυταπάρνηση διεκδικητικότητα άλλων σεβάσμιων προσωπικοτήτων, όπως του σεπτού μητροπολίτη Κερκύρας Αθανασίου; ή ο τυχοδιωκτικός καιροσκοπισμός των Προστασιανών-Καταχθονίων; Σε κάθε ιστορική περίοδο φαίνεται να δικαιώνονται διαφορετικές συμπεριφορές και δράσεις. Δεν μπορούμε να αποφαινόμαστε οριστικώς και διαπαντός. Νομίζω ότι σήμερα, αφήνοντας έξω τους τελευταίους, τους Καταχθονίους, τιμούμε όλους τους άλλους. Και σ’ εμένα θα επιτρέψετε να τιμήσω ιδιαιτέρως τον Ιωσήφ Μομφεράτο και τον Ηλία Ζερβό-Ιακωβάτο.
Ενημέρωση 26/5/2002


[1] O Giuseppe Mazzini (1805-1872), γενοβέζος επαναστάτης και θεωρητικός των εθνικών επαναστάσεων της Ευρώπης, υπήρξε ιδρυτής ή εμπνευστής εθνικών οργανώσεων που αγωνίσθηκαν για εθνική ανεξαρτησία και δημοκρατία σε όλη σχεδόν την Ευρώπη: Νέα Ιταλία, Νέα Ευρώπη, Νέα Γερμανία, Νέα Ελβετία, Νέα Πολωνία, Διεθνής Σύνδεσμος του Λαού (Peoples International League) κ.α.. Η μελέτη της επαναστατικής δράσης και του θεωρητικού έργου του Mazzini, καθώς και του φαινομένου της πανευρωπαϊκής ακτινοβολίας του, είναι απαραίτητη για την κατανόηση της εξέλιξης του εθνικού ζητήματος κατά τον 19ο αιώνα, εν μέσω άλλοτε συνεκτικών άλλοτε αντιφατικών συγκυριών.
[2] Κατά το 1848, ξεσπούν εξεγέρσεις στις μεγάλες πόλεις, από τον νότο της Ευρώπης ως τον βορρά της Ευρώπης. Το έναυσμα δίνεται πάλι στο Παρίσι, στις 22 Φεβρουαρίου 1848, όπου μετά από τρεις ημέρες κηρύσσεται η δεύτερη γαλλική δημοκρατία. Σχεδόν ταυτόχρονα, στην Σικελία εκδιώκονται οι Βουρβώνοι, στην Νάπολη και στην Σαρδηνία παραχωρείται σύνταγμα, στην Ρώμη παραμερίζεται ο Πάπας, στην Πάρμα και την Βενετία ο λαός ξεσηκώνεται, στο Μιλάνο γίνονται μάχες λαού και στρατού. Ο λαός της Βιέννης εξεγείρεται και διώχνει τον Μέτερνιχ, η Ουγγαρία αποκτά δική της εθνική κυβέρνηση, η Βοημία αποκτά σύνταγμα. Το Βερολίνο ξεσηκώνεται και η σπίθα απλώνεται σ’ όλη την Γερμανία. Πολωνία και Μολδοβλαχία  ζητούν την εθνική τους ανεξαρτησία. Στην Σερβία μαθητές τραγουδούν στους δρόμους τους στίχους του Ρήγα Φεραίου. Το σύνολο αυτών των εξεγέρσεων, αν και τελικώς, κατά το μεγάλο του μέρος, ηττάται, κλονίζει τις προηγούμενες κοινωνικές βεβαιότητες και δημιουργεί ένα νέο τοπίο. Το 1848 είναι η κορύφωση μιας μακράς διαδικασίας διαρκούς διεύρυνσης των κοινωνικών αιτημάτων, που ξεκίνησε το 1789. Η περίοδος 1848-1864, που θα ακολουθήσει είναι μια περίοδος αναπροσανατολισμού και διαμόρφωσης νέων στρατηγικών για όλες τις πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.