18/4/15

63. ΚΥΠΡΙΑΚΟ: ΠΡΟΣ ΜΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, 2002


63. ΚΥΠΡΙΑΚΟ: ΠΡΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΜΗ-ΚΡΑΤΟΥΣ
      Θα μπορούσε κάποιος να σκεφθεί ότι το Σχέδιο Ανάν προοιωνίζεται ένα σύνταγμα αντι-κρατικό κατά την (φεντεραλιστική) ιδέα των πρώτων αναρχικών. Όμως, βεβαίως, δεν είναι έτσι. Σύμφωνα με το Σχέδιο Ανάν, το σύνταγμα του κυπριακού «κοινού κράτους» θα είναι το πρώτο σύνταγμα μη-κράτους της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Δεν θα πρόκειται περί ενός ακόμη βαλκανικού προτεκτοράτου υπό την αρμοστεία κάποιου υψηλού αρμοστή. Θα πρόκειται περί ενός νέου μοντέλου διαρκώς αυτοκαταργούμενου πολιτικά κράτους. Περί ενός κράτους υπό διαρκή αναστολή, τοποθετημένου σε μόνιμη υγειονομική απομόνωση.
      Σε ζητήματα μεγάλης κοινωνικής και στρατηγικής πολιτικής και μεγάλων αποφάσεων και επιλογών, οι εξαντλητικές εθνικές και εθνοτικές πρόνοιες του Σχεδίου (για Ελληνοκυπρίους, Τουρκοκυπρίους, Μαρωνίτες, Αρμενίους και Λατίνους!!! – έτσι αναφέρονται στο Σχέδιο) θα τονίζουν όχι την στοιχειώδη δημοκρατική αρχή του ενιαίου Λαού και της πλειοψηφίας του, αλλά την διαιρετική εθνοφυλετικο-θρησκευτική λογική των ξεχωριστών μιλετιών (των οθωμανικo-αραβικών δηλαδή φυλετικο-θρησκευτικών ‘εθνών’, κατά το παλιό και γνώριμό μας οθωμανικό δίκαιο). Θα έχουμε, έτσι, να κάνουμε με το πρώτο αντι-ευρωπαϊκό σύνταγμα της Ευρώπης.
      Μετά το προσεκτικό διάβασμα του Σχεδίου Ανάν, σκέφτεται κανείς, πρώτα απ’ όλα, τις πραγματικές δυσκολίες όχι του νέου κράτους, άλλα του δημοψηφίσματος των Κυπρίων που θα εγκρίνουν ή θα απορρίψουν το Σχέδιο, αφού πρώτα διαβάσουν και καταλάβουν και τις 137 σελίδες του!!! Έχει σημασία, εδώ, να καταλάβουν όλοι και τις 137 σελίδες, διότι κύριο-κύριο χαρακτηριστικό του Σχεδίου είναι οι συνεχείς αντιφάσεις, ανοικτές σε κάθε καλοπροαίρετη αλλά και κάθε κακοπροαίρετη ερμηνεία (ή και μελλοντική προβοκάτσια!). Υπάρχουν, π.χ., σημεία του κειμένου που οδηγούν στο συμπέρασμα περί ενός ισχυρού ‘κοινού κράτους’, ενώ στην αμέσως επόμενη σελίδα υπάρχουν σημεία που οδηγούν στο συμπέρασμα περί μιας αδιαμφισβήτητης επικράτησης των ‘συστατικών κρατών’ επί του ‘κοινού κράτους’. Και το θέμα μας δεν μπορεί να είναι τι ερμηνεία δίνει ο γενικός εισαγγελέας Κύπρου κ. Μαρκίδης σήμερα, αλλά τι ερμηνεία, κατά περίπτωση και κατά συγκυρία, θα δώσει το περίεργης σύνθεσης προτεινόμενο Ανώτατο Δικαστήριο – τρεις Ελληνοκύπριοι, τρεις Τουρκοκύπριοι, τρεις ξένοι(!!!). Πέραν δε αυτών θα πρέπει να δει κανείς και τις άμεσες και τις έμμεσες συνέπειες όλων αυτών που δηλώνονται η δεν δηλώνονται στο Σχέδιο. (Αφού δεν είναι διακήρυξη αρχών, αλλά μοίρασμα μιλετιών, η κάθε λέξη και η κάθε παράλειψη έχει την σημασία της). Π.χ., η Συνθήκη Εγγύησης των τριών εγγυητριών δυνάμεων δηλώνεται ότι ισχύει ως έχει, χωρίς να καταγγελθεί, ταυτόχρονα, η ‘ατιλική’ της ερμηνεία. Θα είναι, φοβάμαι, ένα δημοψήφισμα στα τυφλά.
      Όπως μας έλεγαν μέχρι χθες οι συνταγματολόγοι, ένα σύνταγμα που υπερβαίνει τις δέκα σελίδες δεν είναι σύνταγμα, αλλά καταστατικό εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Ένα σύνταγμα, για να είναι σύνταγμα, πρέπει να είναι μια σχετικά σύντομη διακήρυξη ενός συνόλου αρχών ενότητας, ισότητας και ελευθερίας (για να θυμηθούμε και το κλασικό τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης). Και δεν μπορεί να νοηθεί ενότητα με τον υπερτονισμό των ‘συστατικών κρατών’ εις βάρος του ‘κοινού κράτους’ (ή με δεκαμηνίτες προέδρους!!! – ούτε δήμαρχοι δεν θα δέχονταν να είναι δεκαμηνίτες σεβόμενοι τον ρόλο τους), δεν μπορεί να νοηθεί ισότητα με την παραβίαση της αρχής της πλειοψηφίας, δεν μπορεί να νοηθεί ελευθερία με την απαγόρευση του δικαιώματος μετακίνησης και εγκατάστασης.
      Οι (οβιδιακώς μεταστρεφόμενοι) ‘εκσυγχρονιστές’ φοβούνται να μιλήσουν για παραβίαση του στοιχειώδους δημοκρατικού κεκτημένου (αλλά και της κοινής λογικής) και μιλούν με την ανώδυνη τεχνοκρατική ορολογία της παραβίασης του ‘κοινοτικού κεκτημένου’. Παρακάμπτεται, έτσι, η ουσία και μεταφέρεται η συζήτηση σε τεχνικές λεπτομέρειες ‘παροδικού χαρακτήρα’ (όπως λέει και η γνωστή μας ΑΕΚΑ). Όχι, όμως, μόνον παραβιάζεται το ‘ευρωπαϊκό κεκτημένο’, αλλά με τις συνταγματικές πρόνοιες του νέου ‘κοινού κράτους’ και του περίεργης σύνθεσης Ανωτάτου Δικαστηρίου του, κατακτάται ένα πρωτοφανέρωτο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα ‘κεκτημένο’ (ας μου επιτραπεί η έκφραση!).
      Η ιστορία του κυπριακού ζητήματος, θα πρέπει να σημειώσουμε, αναδεικνύει ενδιαφέρουσες πτυχές της πολιτικής ιστορίας στην διαδρομή του χρόνου. Οι Έλληνες της Κύπρου επαναστατούν το 1821 κατά των Τούρκων (που, βεβαίως, δεν ήταν ένα ισότιμο σύνοικο στοιχείο, όπως θέλει να το παρουσιάζει η μεταμοντέρνα αναθεωρητική Ιστορία) και τελικώς τιμωρούνται και σφαγιάζονται. Αναθαρρούν το 1878, όταν το νησί τους δίνεται με νοίκι στους ‘φιλελεύθερους’ Άγγλους (έναντι 92.799 στερλινών, 11 σελινιών και 3 πενών!!!), αλλά ανακαλύπτουν γρήγορα ότι βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα αρμοστο-βούλιο 9 Ελληνοκυπρίων, 3 Τουρκοκυπρίων και 6 διορισμένων Βρετανών (με διπλή την ψήφο του βρετανού προεδρεύοντος). Εξεγείρονται το 1931 κατά της αγγλικής αποικιοκρατίας, για να τους επαναφέρει σκαιά στην (βρετανική) τάξη ο ‘εθνάρχης’ Βενιζέλος και να υποστούν, μετά, την σκληρότατη εννιαετή παλμεροκρατία. Στρατεύονται κατά χιλιάδες και στους δύο παγκοσμίους πολέμους στο πλευρό των Άγγλων και των Ελλαδιτών, για να ξεχαστούν αμέσως μετά. Ξεκινούν τον αντι-αποικιακό αγώνα τους μαζί με όλες τις αφρικανικές και ασιατικές αποικίες (που θα απο-αποικιοποιούντο όλες μέχρι το 1960), για να διαπιστώσουν ότι αυτοί εξαιρούνται του μεταπολεμικού ευεργετήματος της απο-αποικιοποίησης. Έχουν, στην περίοδο 1955-1959, να αντιμετωπίσουν τους σιδερόφρακτους Άγγλους και τις αποκλειστικής τουρκοκυπριακής σύνθεσης Επικουρικές Αστυνομικές Δυνάμεις, για να καταλήξουν στο εκτρωματικό σύνταγμα (των 199 εξαντλητικών άρθρων – το μεγαλύτερο σύνταγμα της Ευρώπης, μετά από αυτό της πρώην Γιουγκοσλαβίας!) το βασισμένο στις συμφωνίες της Λωζάνης και του Λονδίνου (που ενείχε όλες τις διχοτομικές προϋποθέσεις μέσα του).
      Οι περίφημες ‘χαμένες ευκαιρίες’ του κυπριακού ζητήματος δεν είναι τίποτε άλλο από την παντελή έλλειψη αναγνώρισης της ιστορικής νομιμότητας, που σε αμέτρητες άλλες περιπτώσεις άλλων εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων του 19ου και του 20ου αιώνα υπήρξε. Η γεωπολιτική και στρατηγική σημασία της Κύπρου (ιδιαίτερα μετά την κρίση του Σουέζ, το 1956) και οι εξαιρετικά λεπτές ισορροπίες εξάρτησης και υποτέλειας στην ευρύτερη περιοχή θα οδηγούσαν στο ‘χάσιμο’ και άλλων ευκαιριών.  
      Η ελληνική (ελλαδική και κυπριακή) πλευρά είχε και έχει ευθύνες, μέχρι και προδοσίας, σε όλη αυτή την διάρκεια του χρόνου. Καμία προδοσία, όμως, δεν απο-νομιμοποιεί το ιστορικό αίτημα αυτοδιάθεσης ενός λαού και ενός έθνους. Ο συστηματικός παραγκωνισμός του αγωνιστικού, πλειοψηφικού κομμουνιστικού ΑΚΕΛ και η ανάθεση από τον ίδιο τον ‘εθνάρχη’ Μακάριο στον κομμουνιστοφάγο γερμανόφρονα και, κατόπιν, αγγλόφρονα Γρίβα της στρατιωτικής ηγεσίας του κυπριακού αγώνα, ουδόλως αφαιρεί τιμή από τον Καραολή, τον Δημητρίου, τον Αυξεντίου ή τον Παληκαρίδη, τους αγωνιστές της περιόδου 1955-1959. Το πραξικόπημα-μαριονέτα τού (κατά το 1964 διαπράξαντος ωμότητες κατά εκατοντάδων αόπλων Τουρκοκυπρίων) Σαμψών, το 1974, που προκάλεσε την επέμβαση της μιας εγγυήτριας δύναμης (που ερμήνευσε έτσι την Συνθήκη Εγγύησης), ουδόλως αφαιρεί το ιστορικό δίκιο από την μια πλευρά για να το μεταφέρει στην άλλη.
      Η συζήτηση για την νομιμότητα ή το παράλογο ενός αιτήματος, ειδικώς για την Κύπρο, συνεχώς αναβάλλεται, εν ονόματι σκοπιμοτήτων και προϊούσης πνευματικής νωθρότητας. Υπό δε την σκοπιμότητα της απόκρυψης τρομερών ευθυνών προδοσίας και υποτέλειας, φαίνεται ότι υποθηκεύουμε σήμερα το μέλλον των μεγάλων θεσμικών κατακτήσεών μας και εκτιθέμεθα στην ανιστόρητη κριτική της πιο τυχοδιωκτικής πολιτικής. (Ως δε προς τον ρεαλισμό της ήττας και της ανάγκης διεξόδου από το αδιέξοδο, αυτός το πολύ να σε οδηγεί στην αξιοπρεπή αναγνώριση των τετελεσμένων της διχοτόμησης – μετά από μια διαπραγμάτευση που μπορείς πάντα να κάνεις. Δεν μπορεί να σε οδηγεί στην αμέριμνη φιλοτέχνηση νέων, πρωτόγνωρων πολιτικών αδιεξόδων – πιλοτικών μοντέλων για ευρύτερες εφαρμογές στην περιοχή.)    
Ενημέρωση 17/11/2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.