18/4/15

68. ΜΙΑ ΛΥΣΗ ΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΟ, 2004



68. ΕΞΙ ΠΛΑΙΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΥΣΗ ΓΙΑ TO ΚΥΠΡΙΑΚΟ
      Στο σημερινό πολύπλοκο, πολυπαραμετρικό περιβάλλον, πρέπει να βάλουμε κάτω τα υπαρκτά πλαίσια συζήτησης και διαπραγμάτευσης του Κυπριακού, ώστε να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε ασφαλέστερα την πραγματική αξία του ‘Ναι’ και του ‘Όχι’ στο Σχέδιο Ανάν. Έτσι, μόνον, θα αποκρούσουμε την αυθαιρεσία μιας ψυχρής λογιστικής που καταλήγει σε ένα άκριτο ‘Ναι’ όσο και την αυθαιρεσία μιας συναισθηματικής συνθηματολογίας που καταλήγει σε ένα άκριτο ‘Όχι’.
      Πριν απ’ όλα, όμως, η ελληνική πλευρά πρέπει να αποδεχθεί την πραγματικότητα της ήττας και του χαμού του 1974. Κύπρος και Ελλάδα δεν έχουν πενθήσει ακόμη για τον μεγάλο χαμό, τριάντα χρόνια μετά. Γι αυτό και υπολανθάνει ενίοτε μια βουβή όσο και ανορθολογική επιθυμία επιστροφής σε ένα (ανύπαρκτο) ιδανικό παρελθόν. Μόλις πρόπερσι η Ελλάδα αναγνώρισε στους παλαίμαχους του 1974 την τιμή του πολεμιστή. Ο δε φάκελος της Κύπρου έμεινε ουσιαστικά κλειστός, για να μη καταδειχθεί στην διεθνή κοινότητα ότι εκτός από τουρκική εισβολή έγινε πόλεμος ανάμεσα σε δύο στρατούς – τον οποίο πόλεμο και προκαλέσαμε και χάσαμε!
      Από πλευράς ιστορικής, λοιπόν: Πρώτον: Το Κυπριακό είναι ζήτημα τουρκικής στρατιωτικής εισβολής και κατοχής. Δεύτερον: Το Κυπριακό είναι και ζήτημα ενός προηγηθέντος αυθαίρετου και βίαιου ελληνικού πραξικοπήματος, που ενεργοποίησε – και κατά έκκληση του μόλις διασωθέντος προέδρου Μακαρίου – τα ‘εγγυητικά’ ανακλαστικά μιας ‘εγγυήτριας’ δύναμης, που ήταν ‘εγγυήτρια’ δύναμη βάσει του συνομολογηθέντος συντάγματος του 1960. Τρίτον: Το Κυπριακό είναι ζήτημα ενός αδικαίωτου (σύνθετου) αντι-αποικιοκρατικού αγώνα του ελληνοκυπριακού λαού που εκφράσθηκε στο προβληματικό, κολοβό κυπριακό σύνταγμα του 1960 και την κολοβή κυπριακή ανεξαρτησία υπό τριπλή ‘εγγυητική’ κηδεμονία (μοντέλου αρχών 19ου αιώνα).
      Από πλευράς διεθνούς δικαίου: Πρώτον: Από το 1970, υφίσταται ένα ισχυρό διεθνές δικαιικό περιβάλλον, χάρη στο οποίο δεν αναγνωρίσθηκε ποτέ το ψευδοκράτος και σύμφωνα με το οποίο ο πόλεμος δεν μπορεί να παραγάγει νόμιμα αποτελέσματα. Δεύτερον: Με βάση το ίδιο ισχυρό διεθνές δικαιικό περιβάλλον, κανείς έποικος δεν επιτρέπεται ποτέ να νομιμοποιηθεί ως τέτοιος. Τρίτον: Όλα αυτά τα χρόνια, υπάρχουν δεκάδες διεθνείς αποφάσεις εις βάρος της Τουρκίας και του ψευδοκράτους και καμία εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, που θεωρείται ως η μόνη νόμιμη πολιτειακή έκφραση του νησιού και του πληθυσμού του.
      Μετά την αναφορά των δύο αυτών πλαισίων, του ιστορικού και του διεθνο-δικαιικού, θα έλεγε κανείς ότι τα πράγματα είναι εύκολα: Η επιστροφή στο status quo ante είναι νομικώς κατοχυρωμένη. Χάσαμε ένα πόλεμο, αλλά μπορούμε να ξανακερδίσουμε τα απολεσθέντα στην ειρήνη. Κανείς, όμως, διεθνής νόμος δεν επιβάλλεται κατά τον τρόπο που επιβάλλεται ένας εσωτερικός νόμος. Και εδώ τίθεται το ερώτημα: Πόσο ρεαλιστικό και σκόπιμο είναι να αγωνισθεί κανείς για να αποκτήσει κάτι που, αν στην διεθνή συγκυρία της δεκαετίας του 1960 αποδείχθηκε προβληματικό, στο πλαίσιο της σημερινής πολύ ρευστότερης συγκυρίας ίσως φανεί ως πλήρης (και με εθελούσια προσχώρηση) υπαγωγή, εν είδει βαλκανικού προτεκτοράτου, σε ένα σύστημα μιας διαγραφόμενης (όσο και αμφισβητούμενης) οικουμενικής Pax Americana και μιας διαγραφόμενης (όσο και αμφισβητούμενης) περιφερειακής Pax Ottomana. Διότι, η συνταγματικά προβλεπόμενη τουρκική εγγύηση του 1960, εφ’ όσον μετά τον πόλεμο του 1974 έχουν de facto ανασταλεί οι διατάξεις που αναφέρονται στην τουρκική και τουρκοκυπριακή πλευρά, σήμερα, με το Σχέδιο Ανάν, δεν συνεχίζεται απλώς, αλλά νεκρανασταίνεται, και μάλιστα αναβαθμισμένη, κατά το ότι η τουρκική εγγύηση τώρα θα αναφέρεται σε ένα αμιγώς ελληνικό (ελληνοκυπριακό) έδαφος (μετά την τελεσθείσα εθνοκάθαρση της περιόδου 1964-1974). Όταν, λοιπόν, λέμε ‘Ναι’ σε ένα σχέδιο, που προβλέπει την νεκρανάσταση της τουρκικής ‘εγγύησης’, χωρίς την ίδια στιγμή το ίδιο το σχέδιο να κάνει κανένα λόγο στην καταχρηστική άσκησή της κατά το 1974, είναι σαν να εγκρίνουμε και εμείς αυτή την καταχρηστική άσκησή της. Νομιμοποιούμε δε, εμμέσως, όχι μόνον την εισβολή του 1974, αλλά και μια ενδεχόμενη ‘καταχρηστική’ εισβολή του 2004 ή του 2014. (Η ρητή αναφορά Ανάν ότι η ‘εγγύηση’ πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο συνιστά ειρωνεία των ασκούντων την διεθνή ισχύ, απευθυνόμενη σε αφελείς. Πάντοτε ο ισχυρός βρίσκεται εν ‘δικαίω’!) 
      Διεθνοπολιτικώς: Πρώτον: Η σημερινή παγκόσμια ηγεμονική δομή τείνει να μετατρέψει τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και τον Γενικό Γραμματέα του σε εργαλεία συγκυριακής πολιτικής, ερμηνεύοντας τα δικαιώματα εγγύησης και επέμβασης κατά το δοκούν. Δεύτερον: Η σημερινή Ευρώπη των 25 (ή των 27 ή, μετά της Τουρκίας, των 28) ελάχιστα, ως προς την όποια συνοχή, θυμίζει την Ευρώπη των 15. Τρίτον: Η γείτων Τουρκία (υποψήφια της Ε.Ε., κατά την εκφρασθείσα θέληση και ορατή πίεση του υπερατλαντικού συμμάχου) ταλαντεύεται ανάμεσα σε ένα αυταρχικό μιλιταρισμό και ένα λιγότερο ή περισσότερο μαντιλοφόρο ισλαμισμό, μη ωριμάζοντας δημοκρατικά (ώστε να συνεισφέρει ουσιαστικά, π.χ., στην αναζήτηση των 1600 Ελλήνων αγνοουμένων του πολέμου ή στην απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων). 
      Εσωτερικώς: Πρώτον: Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, αυτοπροσδιοριζόμενο, κυρίαρχο, με υψηλότατες επιδόσεις στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεύτερον: Η Κύπρος παρουσιάζει υψηλότατες οικονομικές επιδόσεις, με εξαιρετικές προοπτικές μετατροπής, λόγω της δεδομένης τραπεζικής τεχνογνωσίας, σε χρηματιστική πρωτεύουσα της ευρύτερης περιοχής. (Παρεμπιπτόντως: με δωδεκαπλάσιο ΑΕΠ από αυτό του ψευδοκράτους, και με τριπλάσιο κατά κεφαλή εισόδημα από αυτό του ψευδοκράτους, το οποίο ψευδοκράτος, να σημειώσουμε, επιβιώνει μόνον χάρη στην γενναία βοήθεια, αλλά και αβάσταχτη αιμορραγία, της μητέρας Τουρκίας, η οποία καλύπτει τα τρία τέταρτα του ΑΕΠ της κρατικοδίαιτης οικονομίας του ψευδοκράτους). Η Κύπρος, επίσης, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας, εκτός των νόμιμων δραστηριοτήτων, αναπτύσσει και ένα τεράστιο φάσμα ημιπαράνομων χρηματιστικών δραστηριοτήτων, ‘πλυντηριακού’ τύπου – αν αναλογισθούμε ότι, φιλοξενώντας ένα στρατό 400 περίπου τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων, αποτελούσε προ πενταετίας και ένα από τα 20 μεγάλα πλυντήρια μαύρου χρήματος του κόσμου, σύμφωνα με την (κεντρικής σημασίας για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα) Bank of International Settlements της Βασιλείας. Το ζήτημα είναι αρκούντως λεπτό και με διεθνείς διαστάσεις και συμφέροντα (η κεντρική τράπεζα της Κύπρου έχει προσφάτως θεσπίσει αυστηρότατες διατάξεις για τον σχετικό έλεγχο), ώστε μπορεί να αποτελέσει θέμα πολλαπλών ‘προσεγγίσεων’ και ‘ερμηνειών’ στο μέλλον. Τρίτον: Η διχοτόμηση έχει εμπεδωθεί σε όλα τα επίπεδα και κανείς Κύπριος δεν ενδιαφέρεται διακαώς να μάθει την γλώσσα ή τα ήθη του σύνοικου στοιχείου. Δεν είναι μόνον οι οικονομικές δομές τελείως ασύμβατες. Πρόκειται για κόσμους παράλληλους και μη συγκλίνοντες. 
      Γεωγραφικώς: Πρώτον: Η Μεγαλόνησος περιέχει στο έδαφός της, ως ξένο σώμα, ως ξένη κυριαρχία που δεν αμφισβητείται, ένα τεράστιο βρετανικό ηλεκτρονικό παρατηρητήριο επί του 5% του συνολικού εδάφους του νησιού (απείρως πιο λειτουργικό, για κάθε καλό ή κακό σκοπό, από το αμερικανικής κυριαρχίας Γκουαντανάμο του κουβανικού νησιού). Δεύτερον: Η αποστρατικοποίηση του σημερινού ψευδοκράτους δεν σημαίνει τίποτε από πλευράς άμυνας και ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού η εγγύτητα των τουρκικών στρατευμάτων στα νότια παράλια της Τουρκίας καθιστά το νησί εκτεθειμένο σε διαρκείς κινδύνους (πολύ δε περισσότερο, αν η Τουρκία εμφανισθεί ως ‘εγγυήτρια’ και του ελληνοκυπριακού ανανικού κρατιδίου). Τρίτον: Η Κύπρος γειτονεύει με την πιο εύφλεκτη περιοχή του κόσμου, περιοχή γεμάτη με ‘φίλους’ και ‘εχθρούς’ (και με σκοπιμότητες στον βωμό των οποίων μια ενδεχόμενη εμπλοκή συνταγματικής ερμηνείας μπορεί να λυθεί με ένα απλό σκηνοθετημένο επεισόδιο – έναντι του οποίου ο καλοπροαίρετος ψευδοπρωθυπουργός κ. Ταλάτ θα αποδειχθεί μάλλον αδύναμος).
      Το προβληματικό κυπριακό σύνταγμα του 1960 είναι ένα μακροσκελέστατο και περίπλοκο σύνταγμα 199 άρθρων με συνεχείς αναφορές στο εθνοτικό κριτήριο διάκρισης των πολιτών, οι οποίοι, κατά τούτο, δεν εμφανίζονται ίσοι. Το σύνταγμα που θα προκύψει από το Σχέδιο Ανάν θα περιπλέξει έτι περισσότερο τα πράγματα (με την προσθήκη κάπου 9000 σελίδων γεμάτων με δεσμευτικές πρόνοιες εθνοτικών διακρίσεων). Η φαυλοκυκλική καχυποψία που καλλιεργεί κάθε σχέδιο συστηματικών φυλετικών ή εθνοτικών ή θρησκευτικών διακρίσεων προκαλεί μόνιμες εντάσεις και ενισχύει, κατά κανόνα, τα λιγότερο συναινετικά και συνεργατικά στοιχεία. Στις σχολές Διεθνών Σχέσεων, οι φοιτητές μαθαίνουν να επιλύουν τις διεθνείς διαφορές (Power Resolution Studies) όχι με βάση τις αρχές της ισότητας και ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος και πίστης, αλλά με βάση το καινοφανές, μετα-δημοκρατικό αξίωμα της κατανομής ισχύος (power sharing) ανάμεσα στις φυλές. Απόφοιτοι τέτοιων σχολών, ακριβοπληρωμένοι, συνέταξαν αυτές τις 9000 σελίδες, που συνοδεύουν τις 182 σελίδες του Σχεδίου Ανάν. Μόνον που αυτοί, εκπαιδευμένοι στις μετα-αποικιακές (post-colonial) συνθήκες του αφρικανικού πολυφυλετικού παζλ (που διαπερνά τα πάλαι ποτέ αποικιακά σύνορα, προκαλώντας εκρηκτικά προβλήματα), ενέταξαν και την Κύπρο στο σχετικό παζλ, για να διευρύνουν ίσως το πεδίο εφαρμογής της θεωρίας τους(!!!). Στην περίπτωση, όμως, της ευρωπαϊκής Κύπρου, όπως και σε κάθε ευρωπαϊκό σύνταγμα, δεν χωράει ένα σύνταγμα με πλείονα των 100-150 σύντομων άρθρων, που, κατά την συνταγματική επιστήμη, έχουν τον χαρακτήρα διακήρυξης θεμελιωδών δικαιωμάτων ισότητας και ελευθερίας και βασικών διευθετήσεων ενός κράτους που σέβεται τους πολίτες του. Το Σχέδιο Ανάν, έτσι, συνιστά στοιχειώδη αντι-ευρωπαϊκή συνταγματική απόκλιση, που η ίδια η Ευρώπη, όπως απέδειξε η Λουκέρνη, καλωσορίζει μια και ετοιμάζεται για την μεγάλη στροφή στην Ευρώπη των πολλών (οικονομικών και νομικών) ταχυτήτων και περιορισμών. 
      Το πρόταγμα της συμφιλίωσης των λαών – ας καταλήξουμε – δεν δικαιολογεί συμβιβασμούς που μπορεί να προκαλούν συγχύσεις και τριβές εσαεί. Το δικαιικό σύστημα, εσωτερικό και διεθνές, πρέπει να αναπτύσσεται σωρευτικά και όχι με ιστορικής σημασίας αναθεωρήσεις και παλινδρομήσεις. Μια έντιμη διαπραγμάτευση των δύο κοινοτήτων του νησιού, υπό τον όρο της επίσημης αναγνώρισης του τουρκοκυπριακού μορφώματος ως ανεξάρτητου κράτους, θα απέφερε πολλά περισσότερα (και αξιοπρεπέστερα) στους ελληνοκύπριους πρόσφυγες (σίγουρα την Αμμόχωστο και την Μόρφου, ώστε να επιστρέψουν οι και με βάση το παρόν σχέδιο επιστρέφοντες) και δεν θα ενέπλεκε κανένα σε πολυδαίδαλους μηχανισμούς αποφάσεων και σε ανεπίτρεπτες για μια δημοκρατία δουλείες. Το ψευδοκράτος δεν είναι βιώσιμο οικονομικώς και αποτελεί πολυτέλεια το να μη προσέλθει σε μια τέτοια διαπραγμάτευση με θετικές προτάσεις – θετικότερες, πιθανολογώ, από τις προβλεπόμενες του Σχεδίου Ανάν. Η αποδοχή του Σχεδίου Ανάν θα επέβαλλε ένα συμβιβασμό με πολλαπλές εκπτώσεις διεθνούς δικαίου (και ευρωπαϊκού κεκτημένου), που θα αποτελούσε ισχυρό νομικό προηγούμενο με αρνητικές συνέπειες που δεν αφορούν μόνον την Κύπρο και του Κυπρίους, αλλά σύμπασα την διεθνή κοινότητα. Μια έντιμη διαπραγμάτευση, για ένα έντιμο διαζύγιο μιας προ πολλού διαρρηχθείσας σχέσης, δεν θα απάλλασσε κανένα ένοχο (κράτος ή πολίτη) από τις ευθύνες του, νομικές και, κυρίως, ιστορικές. Το ότι, τώρα, μετά από χρόνια επιμονής στην διζωνική, δικοινοτική λύση, θα προτείνουμε κάτι διαφορετικό μάλλον ένδειξη ρεαλισμού και διάθεσης ομαλής και πολιτισμένης συνύπαρξης στο ίδιο νησί δύο διακριτών κρατών είναι. (Όσο για το σοβαρό ενδεχόμενο τουρκικής πλημμυρίδας στο τουρκοκυπριακό ψευδο-κράτος – και, αύριο, κράτος – μπορεί και πρέπει να αποτελέσει, από ελληνικής και ελληνοκυπριακής πλευράς, το κύριο αντικείμενο της σχετικής διαπραγμάτευσης διαζυγίου.)
Αυγή 17/4/2004
Ενημέρωση 18/4/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.