18/4/15

69. ΤΟ ΠΟΚΕΡ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ,2004



69. ΤΟ ΠΟΚΕΡ ΤΗΣ ‘ΔΙΖΩΝΙΚΗΣ’ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ
      Το Κυπριακό, μετά το 1974, παίχτηκε σαν ένα σκληρό παιγνίδι πόκερ, υπό δύο έννοιες: Πρώτον, προτείνοντας κάτι που ο ίδιος ο προτείνων δεν επιθυμούσε, μπλοφάροντας και πιστεύοντας ότι ο αντίπαλος πρώτος θα το απέρριπτε. Δεύτερον, προτείνοντας κάτι που επέτρεπε πολλαπλή ερμηνεία, μέχρι την στιγμή που όλοι θα άνοιγαν τα χαρτιά τους, σε κάποια τελική Λουκέρνη. Η ‘διζωνική-δικοινοτική’ λύση ήταν πάντα το χαρτί της μπλόφας.  
      Από την εποχή των συμφωνιών Μακαρίου – Ντενκτάς και Κυπριανού – Ντενκτάς (1977 και 1979, αντιστοίχως), η ελληνοκυπριακή πλευρά διακήρυσσε ομόφωνα την προσήλωσή της στην ‘διζωνική-δικοινοτική’ λύση (π.χ., ομόφωνη απόφαση του κυπριακού Εθνικού Συμβουλίου, το 1989, επί Βασιλείου). Η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν έφερε ποτέ, σε όλες τις απευθείας ή εκ του σύνεγγυς συνομιλίες, καμία αντίρρηση, χωρίς ποτέ όμως να αναφερθεί σε ‘ομοσπονδιακή’ λύση. Εμείς μιλούσαμε για ‘διζωνική-δικοινοτική’ με συνεχή όσμωση των κοινοτήτων και χωρίς την παρουσία της Τουρκίας (εύσχημος τρόπος για να πάρουμε εν ειρήνη πίσω ό,τι χάσαμε στον πόλεμο του 1974 – εξαπατώντας τους άλλους και ίσως και τους εαυτούς μας). Αυτοί μιλούσαν για ‘διζωνική-δικοινοτική’ ως μια χαλαρή συνομοσπονδία (ώστε, όπως είναι φυσικό, να μη δώσουν εν ειρήνη πίσω ό,τι κέρδισαν στον πόλεμο) και υπό την συνεχή ‘εγγυητική’ παρουσία της Τουρκίας.
      Στο προ εξαετίας σπουδαίο συνέδριο για το Κυπριακό, που οργάνωσε ο Συνασπισμός στο Ζάππειο (με συμμετοχή Κρανιδιώτη, Βασιλείου, Κασουρίδη, Ταλάτ, Ακιντζί, όλων των ελληνοκυπριακών και τουρκοκυπριακών κομμάτων, πλην Ντενκτάς και Έρογλου, καθώς και διακεκριμένων συνταγματολόγων), γινόταν εύκολα σαφές ότι το χάσμα επικοινωνίας και ορολογίας, που υπέβοσκε, υπέκρυπτε, πρώτον, την εύλογη δυσπιστία και ανασφάλεια και των δύο πλευρών και, δεύτερον, την ένοχη απροθυμία να διευκρινισθεί αυστηρά το περιεχόμενο της ‘διζωνικής- δικοινοτικής’: Η ασάφεια της ‘διζωνικής-δικοινοτικής’ βόλευε: Εμείς πιστεύαμε ότι, μη πιέζοντας για ακριβείς διατυπώσεις και έχοντας εξασφαλίσει Ευρωπαϊκή Ένωση και ευρωπαϊκό κεκτημένο, θα πετυχαίναμε στο τέλος τον ανεξάρτητο και ομοσπονδιακό χαρακτήρα της λύσης. Αυτοί πίστευαν ότι, μη πιέζοντας για ακριβείς διατυπώσεις και έχοντας τον τελευταίο λόγο της στρατιωτικής κατοχής και ισχύος καθώς και τις προνομιακές υπερατλαντικές σχέσεις, θα πετύχαιναν στο τέλος την χαλαρή και εξαρτημένη (υπό τουρκική ‘εγγύηση’) συνομοσπονδία.
      Ο ίδιος ο Ταλάτ, αρχηγός τότε της αξιωματικής (ψευδο)αντιπολίτευσης, σήμερα (ψευδο)πρωθυπουργός, δήλωνε ευθαρσώς στον γράφοντα, σε ένα διάλειμμα του εν λόγω συνεδρίου, ότι το περίφημο ευρωπαϊκό κεκτημένο των τριών βασικών ελευθεριών δεν θα ίσχυε ποτέ στην κυπριακή περίπτωση. Η δε Τουρκία ως ‘εγγυήτρια’ δύναμη φάνταζε, ακόμη και για αυτή την ταλαιπωρημένη τουρκοκυπριακή αριστερά, ως απαραίτητη ασπίδα προστασίας έναντι ενδεχομένων ελληνικών αυθαιρεσιών. (Κι αν δεν ήταν έτσι, ο τουρκοκύπριος συνομιλητής της Λουκέρνης θα συμπαρατασσόταν, τουλάχιστον σε αυτό το σημείο, με τον κύπριο Πρόεδρο.) Ήδη, όμως, από την συμφωνία του 1979 (Κληρίδη – Ντενκτάς), φαινόταν ότι ο όρος των εγγυήσεων μπορούσε να ερμηνευθεί εντελώς αντιθετικά από τις δυο πλευρές.
      Σήμερα, με την Κύπρο στην ‘Ευρώπη των 25’, τα χαρτιά επιτέλους άνοιξαν. Η ίδια η Ευρώπη δεν έδωσε ‘τα ρέστα’ της για το ευρωπαϊκό κεκτημένο – μάλλον ‘πήγε πάσο’. Δεν έδωσε ‘τα ρέστα’ της ούτε καν για την απόρριψη (εξω-κοινοτικών και μάλιστα αμφίβολης δημοκρατικότητας) επικυρίαρχων ‘εγγυητριών’ δυνάμεων – και εδώ ‘πάσο’. Το πόκερ χάθηκε οικτρά για την ελληνοκυπριακή πλευρά.
      Τώρα, μετά από όλα αυτά, μένουν δύο μόνον λύσεις: Πρώτη: Αυτή μιας τελευταίας παρτίδας πόκερ μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004, κατά την οποία, προσφεύγοντας στο ευρωπαϊκό δικαστήριο (που δικάζει με βάση τις Συνθήκες και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, και όχι με βάση τις βουλές του κ. Ανάν ή κάποιου αγριεμένου επιτρόπου), θα διεκδικήσουμε αποφάσεις που θα φέρουν σε δύσκολη θέση δύναμη κατοχής και όποιες αρχές συνάψουν αμέσως ή εμμέσως σχέσεις μαζί της. Δεύτερη (αυτή που προτείνω): Αυτή του εντίμου διαζυγίου (μιας προ πολλού διαταραχθείσας σχέσης) μετά από μια ειλικρινή – και διόλου ποκερίστικη – διαπραγμάτευση (στην οποία θα ‘δώσουμε’ την επίσημη αναγνώριση του τουρκοκυπριακού μορφώματος ως κράτους και θα ‘πάρουμε’ ό,τι περισσότερο και αξιοπρεπέστερο μπορούμε – εντελώς μακριά από μια λογιστική αντιμετώπιση και διαχείριση του Κυπριακού ως ενός οικονομικού και εδαφικού ‘πάρε-δώσε’).
      Ας μη ξανακάνουμε δε ποτέ το λάθος να πηγαίνουμε σε διαπραγμάτευση ισοσταθμίζοντας αξίες εθνικής (χωρίς ‘εγγυήτριες δυνάμεις), ανεξαρτησίας με οποιαδήποτε περιουσιακά οφέλη προκύπτουν από το οποιοδήποτε Σχέδιο Ανάν (κατά το πολλαπλώς τετριμμένο ότι «τα θετικά είναι περισσότερα από τα αρνητικά»), λες και συνάπτουμε εμπορική συμφωνία. Μερικά πράγματα δεν ανταλλάσσονται!
Αυγή 4/5/2004, Ενημέρωση 2/5/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.